Μονο που ο Χριστος ΔΕ σωζει

 

Προσπαθώ ακόμα να συνέλθω από το πολιτισμικό σοκ της πρόσφατης επίσκεψής μου στην Αγγλία. Η αλήθεια είναι ότι είχαν περάσει τουλάχιστον 15 χρόνια από την προηγούμενή μου επίσκεψη. Το σοκ δεν προκύπτει φυσικά από την εμπειρία μου εκεί, αλλά από την προσπάθειά μου να επανενταχτώ στην οδική ζούγκλα της Αθήνας. Και εξηγώ.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που πήγα σαν παιδί (μόλις στα 17) να παίζω στο δρόμο το κλασικό παιχνίδι των Ελλήνων φοιτητών στην Αγγλία, το οποίο εάν δε γνωρίζετε είναι το εξής: Πατάω στη διάβαση χωρίς να θέλω να περάσω απέναντι και με χαρά παρακολουθώ τους Άγγλους οδηγούς να σταματούν. Κάνω πίσω, και με το που ξεκινάνε ξαναπατάω στο δρόμο για να σταματήσουν πάλι. Το στοίχημα ήταν πόσες φορές μπορείς να το κάνεις χωρίς να σου πει κάτι ο οδηγός του αυτοκινήτου.

Τώρα πια έχουν περάσει αρκετά χρόνια, έχω μεγαλώσει αρκετά, αυτά τα παιχνίδια ανήκουν πια στη νεανική μου παιχνιδιάρικη διάθεση ή ανοησία. Εξάλλου τώρα πια κουβαλάω το βάρος και το πένθος ενός αδελφού που χάθηκε σε ελληνικό δρόμο, γιατί κάποιος Έλληνας οδηγός δεν είχε την ευαισθησία των Άγγλων οδηγών. Έτσι έμαθα πια να σέβομαι κι εγώ τους οδηγούς που σέβονται τους πεζούς και γενικά τους άλλους χρήστες του οδικού δικτύου.

Επανερχόμενη στο σήμερα δυο ήταν τα περιστατικά που με συγκίνησαν κατά την εκεί παραμονή μου το 4ήμερο που βρισκόμουν πάλι στην “φλεγματική” χώρα των Βρετανών. Μια Ιταλίδα, μη εξοικειωμένη στην ανάποδη -για εμάς- οδική κίνηση των Βρετανών, προσπάθησε να περάσει ένα δρόμο, σε σημείο εκτός διάβασης και σχεδόν αμέσως μετά από αριστερή στροφή του δρόμου. Καθώς κοίταξε στη λάθος κατεύθυνση, δεν είδε ένα λεωφορείο που ερχόταν. Παρόλο που της φωνάξαμε, τα αγγλικά της δεν ήταν σε ικανοποιητικό επίπεδο για να μας καταλάβει κι έτσι συνέχιζε αμέριμνη. Το αποτέλεσμα ήταν να τρέξουμε και να την τραβήξουμε κυριολεκτικά πίσω. Ο οδηγός του λεωφορείου, ψυχραιμότατα μπορώ να ομολογήσω, δεν κόρναρε, ούτε σταμάτησε για να της ψάλει αυτά που θα αναμέναμε στην Ελλάδα ή την Ιταλία. Προτίμησε απλά να πατήσει φρένο, να ακινητοποιήσει το όχημά του και να μας ευχαριστήσει μ’ ένα νόημα που τον βοηθήσαμε να αποτραπεί μια τυχόν παράσυρσή της.

Περιστατικό δεύτερο στο οποίο θα αναφερθώ πιο περιληπτικά μιας και αναφέρω περισσότερες λεπτομέρειες σε σχόλιο στη σελίδα του sostegr. Ήταν πραγματικά έκπληξη για μένα όταν ο μοναδικός στη συντροφιά Άγγλος οδηγός αρνήθηκε να φέρει το αυτοκίνητό του, προκειμένου να μεταφέρει κάποιον που είχε στραμπουλήξει το πόδι του και αδυνατούσε να περπατήσει, με τη δικαιολογία ότι έχει πιει ΔΥΟ μπύρες. Αστείο ποσοστό αλκοόλ για μας τους μεσόγειους οι δυο μπύρες, οπότε και του ζητήσαμε να μας εξηγήσει περισσότερο το λόγο. Η δικαιολογία του λοιπόν δεν ήταν ότι θα του πάρουν το δίπλωμα ή ότι θα έχει κάποιες κυρώσεις – γεγονός που φυσικά και ισχύει στη χώρα του- , αλλά ότι εάν το οδηγούσε έχοντας πιει δυο μπύρες πιθανότατα να δημιουργούσε μεγαλύτερο πρόβλημα απ’ αυτό που θα πήγαινε να λύσει. Δηλαδή ότι η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ είναι τόσο επικίνδυνη, που ενώ αυτός θα πήγαινε να βοηθήσει στη μεταφορά ενός ανθρώπου με μικρό τραυματισμό, κινδύνευε να προκαλέσει “πιωμένος” τροχαίο με άγνωστες συνέπειες, τόσο για τον ήδη τραυματισμένο, όσο για τον ίδιο ή τυχόν άλλους οδηγούς. Τα επιχειρήματά του ήταν τόσο πειστικά, που ακόμα και αυτοί που στην αρχή ενοχλήθηκαν από την άρνησή του, τελικά υποκλίθηκαν στην υπευθυνότητά του.

Εκείνο το βράδυ έμεινα ξύπνια ως αργά σκεπτόμενη τα γεγονότα. Ακόμα η ίδια απορία με στοιχειώνει. Ποιος είναι άραγε ο τρόπος που η βρετανική κοινωνία έχει καταφέρει να εσωτερικεύσει τους κανόνες οδικής συμπεριφοράς; Είναι άραγε η σωστή οδική εκπαίδευση; Είναι μήπως η αυστηρή και άνευ εξαιρέσεων τήρηση των νόμων; Είναι η κουλτούρα τους, η ιδιοσυγκρασία ή ο πολιτισμός τους που απαιτεί σεβασμό στους άλλους; Είναι η φλεγματικότητά τους που τους καθιστά ψύχραιμους και λογικούς; Είναι συνδυασμός όλων των παραπάνω; Είναι κάτι άλλο; Πάντως είναι σίγουρα κάτι, το οποίο και τους κατατάσσει στις χώρες με τα μικρότερα ποσοστά τροχαίων.

Γυρνώντας τώρα στην Ελλάδα, με το που πάτησα το πόδι μου έξω από το Ελ. Βενιζέλος άρχισε η απότομη προσαρμογή. Αμέτρητη η ουρά από οδηγούς ταξί, που ευελπιστούσαν σε κούρσες μιας και η βροχή ήταν πολλή δυνατή. Ελάχιστοι ήταν όμως αυτοί που προτιμούσαν τα ταξί κι όμως ανένδοτη η κίτρινη φυλή κρατούσε τα οχήματα με τις μηχανές αναμμένες, με αποτέλεσμα ο στεγασμένος χώρος να έχει μετατραπεί σε θάλαμο αερίων διοξειδίου του άνθρακα. Και δεν θέλω ν’ ακούσω τη δικαιολογία ότι είχαν τις μηχανές ανοιχτές, γιατί έκανε κρύο και ήθελαν τη θέρμανση του αυτοκινήτου. Όλοι τους μα όλοι τους, ήταν έξω από τα οχήματα σε πηγαδάκια, κουβεντιάζοντας, ενώ οι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού πελάτες τους έπρεπε να βάλουν μόνοι τους τις αποσκευές τους στα ταξί.

Σοκ Νο2. Στο μοναδικό σημείο της Ελλάδας, όπου τα αυτοκίνητα σταματάνε στη διάβαση όταν περνάει πεζός, μάλλον εξαιτίας της βροχής και της υπερσυσσώρευσης Ι.Χ. επικρατεί χάος. Ένα βαν είναι παρκαρισμένο το μισό επάνω στις λευκές γραμμές για τη διάβαση πεζών, αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Περνώντας μπροστά του παρατηρώ τη μηχανή αναμμένη και τρία παιδιά μόνα τους στο αυτοκίνητο, ένα εκ των οποίων στο τιμόνι. Για καλή μου τύχη συναντώ τροχονόμο (όχι της ασφάλειας του αεροδρομίου) τροχονόμο – τροχονόμο που διασχίζει από την απέναντι πλευρά από μένα την ίδια διάβαση και του εφιστώ την προσοχή για τα παιδιά στο αμάξι με τη μηχανή αναμμένη. Παρόλο που δεν το είχε παρατηρήσει μόνος του – ως όφειλε φαντάζομαι- ευγενέστατα τ’ ομολογώ βρίσκει τον οδηγό του βαν, που στεκόταν στο πεζοδρόμιο δίπλα από το όχημά του και του ζητά το αυτονόητο. Αυτός πάλι αρχίζει τα “δίκιο έχεις βρε αδερφέ, αλλά να… ένα λεπτό φεύγω” και η ιστορία τελειώνει εκεί. Ή μάλλον όχι εκεί, γιατί καθώς προχωρώ , το ένστικτό μου μου λέει να γυρίσω πίσω να δω τί γίνεται. Και τι να δω; Το βανάκι στο πίσω μέρος του έχει ένα τεράστιο αυτοκόλλητο που γράφει “ΜΟΝΟ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΩΖΕΙ”.

Δυστυχώς φίλε μου ο Χριστός, δε σώζει, γιατί αν υπήρχε θα σου είχε πάρει το δίπλωμα και το αυτοκίνητο και εσένα και σε όλους τους άλλους που εγκληματικά κυκλοφορούν στους ελληνικούς δρόμους και σκοτώνουν αθώους. Και θα κλείσω μ’ αυτό μιας και είναι το μοναδικό κόσμιο σχόλιο, που μου έρχεται στο μυαλό.

Χριστιάνα Βλαχάκη