βραδι του ματς με την Οντενσε

Κάπου διαβάζω “Με την τύχη του Παναθηναϊκού τα έβαλε ο αρχηγός των «πρασίνων» Γιόσου Σαριέγκι. Ο Βάσκος ανέφερε πως θα πρέπει στην συνέχεια να φανούν όλοι πιο δυνατοί.”
Στη ζωή γενικά και στον αθλητισμό ειδικότερα,  φροντίζουν οι αγωνιζόμενοι, οι προπονητές, το επιτελείο, να μειώνουν στο ελάχιστο τον παράγοντα τύχη, ποντάροντας αυστηρά στις (όποιες) ικανότητες τους χωρίς μεγάλο ρίσκο, προκειμένου να επιτύχουν τον όποιο στόχο. Αυτό συμβαίνει συνήθως, εξ’άλλου ο εγωισμός του αθλητή δεν του επιτρέπει το αντίθετο. Άρα, να πω στον αρχηγό της ομάδας της καρδιάς μου πως το τόπι δεν σερβίρεται με γαρνιτούρα από τύχη, χαρτομαντική και βότανα. Παρακολουθώντας χρόνια ποδόσφαιρο, και φυσικά μεγαλώνοντας με αυτό, νοιώθεις παραδόξως να γιατρεύεται η στραβωμάρα, να φεύγει η τσίμπλα της εφηβείας μαζί με τα καβλόσπυρα της, κι έτσι, να βλέπεις ξεκάθαρα πως μόνο θέμα τύχης δεν είναι το πρόσωπο του σημερινού Παναθηναϊκού. Ούτε καν του προπερσινού. Πρόσωπο όχι γεμάτο καβλόσπυρα, αυτό θα ήταν ευχής έργον, αλλά με ρυτίδες. Πολλές ρυτίδες και πατσές, γηρατιά και αγυμνασιά. Βόλεψη και δημόσιο φορέβερ. Χορτάτοι όλοι από κάθε λογής περιττό, και σε κάθε περίπτωση ανθυγιεινό σκουπίδι. Γεροντάματα φίλε. Παραξενεύουμε και φαντάζει τεράστιος ο σοδομισμός του τρυφιλιού. Οι μεν ηλικιωμένοι και φανερά ανεπαρκείς ιδροκοπούντες μαχητές του γρασιδιού δεν φταίνε για τα αδίκως παχυλά μπάτζετ, εσύ δε θα τά’παιρνες άμα σου τα έδιναν; Από την άλλη οι αιώνιοι γραφικοί, αγέρωχοι μοστραδόροι επικοινωνιατζήδες λογιστίδιοι με το μολυβάκι στο αυτί χομπίστες διοικούντες, σχεδιάζουν και  περιμένουν πως να βγάλει τα λεφτά της η μπίζνα. Αναλύσεις σε βάθος και άρθρα επί του θέματος αναρτώνται δεκάδες καθημερινά στο διαδίκτυο, και μάλιστα κάποια τα βρήκα πολύ σωστά, μετρημένα και αξιοπρεπή, γραμμένα από επαγγελματίες και από ταλαντούχους ερασιτέχνες.  Τα ίντερνετ φόρουμς περί ποδοσφαίρου στην Ελλάδα σφύζουν από κίνηση, φουσκώνουν από σχόλια, κουβαλώντας καθημερινά δεκάδες γιγαμπάιτ (πολλές φορές άχρηστης) πληροφορίας, δίνοτας μου την εντύπωση πως όλα τα Ελληνόπουλα είναι στις καφετέριες και πληκτρολογούν! Είναι τα μοντέρνα καφενεία, εκεί που βρίσκουν απάγκιο οι χιλιάδες προπονητές μας, που “εγώ ρε θα έβαζα δεξί χαφ τον Κουρκουμπινέλη και εκεί να δεις ρε, θα μάζευε όλες τις χαμένες πάσες, με το μαλάκα τον προπονητή, δεν το’δε;” κλπ, επίσης τους πιτσιρικάδες που γράφουν με θυμό προς όποιο αντίθετο χρώμα από το δικό τους (για μπάλα δεν το συζητάμε, σκοτάδια), και φυσικά τους κολλημένους στατιστικολόγους, που παρά την 4άρα -από την Οντένσε -αφού το ξανάφερε η κουβέντα- απαγορεύουν και τσαντίζονται με την καζούρα, διότι η ομάδα τους ας πούμε έχει περισσότερες νίκες στο σύνολο από την άλλη και “εσείς την 3άρα στο τάδε στάδιο το 1821 την ξεχάσατε τόσο γρήγορα πουλάκια μου”; Όμως, με τέτοιους τρόπους εκτόνωσης και έκφρασης ο κόσμος -και η σοφία της μάζας του- δίνει τα μηνύματα στις ομάδες και εκείνες με τη σειρά τους -εάν σέβονται τον κάθε μεροκαματιάρη που ξεδίνει αγοράζοντας την Κυριακή του -φροντίζουν να μην τον εξαπατούν. Όχι να μην ηττώνται. Να μην κοροϊδεύουν τον φίλαθλο. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκών κυπέλων αφου τό’φερε η κουβέντα λοιπόν, κάποιοι σαραντάρηδες, ή κάπου εκεί, έχουμε μπορέσει να δούμε την ομάδα μας, τον Παναθηναϊκό, σε καλές εποχές, τέλοσπάντων για τα Ελληνικά μας δεδομένα τον παρακολουθήσαμε σε κάποιες στιγμές που θα χαρακτηρίζονταν ακόμα και ευχάριστες εκπλήξεις. Τώρα, και τα τελευταία δέκα, κάπου εκεί χρόνια, μια παγερή αδιαφορία τύπου δημοσίου έχει επικαλύψει τους πράσινους πάντες, και αυτό μου δημιουργεί ένα συγκεκριμένο πολύ ορατό φόβο: Από Παναθηναικός να μήν καταντήσει Παναφθηναϊκός.

Από στατιστικές εγώ δεν ξέρω και στους αριθμούς πάντα ήμουν συνειδητά σκράπας, ούτε φανατικός οπαδός είμαι και τα συμφέροντα μου είναι άσχετα με ό,τι ποδοσφαιρικό, αλλά το να υποστηρίζεις και να δικαιώνεσαι, το να παλεύεις για την ανατροπή, να νικάς, το να χάνεις έχοντας σκίσει τη φανέλα σου από την υπερπροσπάθεια, αυτό το στιγμιαίο βίωμα ενός από τα παραπάνω είναι αυτό που κάνει το ποδόσφαιρο τον βασιλιά των σπορ, και τις ομάδες των πατεράδων μας τις καλύτερες του κόσμου. Και είναι κρίμα εδώ και χρόνια να βλέπεις την ομάδα της καρδιάς σου αποχρωματισμένη και άκυρη, σαν μετοχή που έπεσε και που κανείς πια δεν ενδιαφέρεται. Έχω την εντύπωση πως παγκοσμίως το ποδόσφαιρο μπασταρδεύεται. Επιχειρηματίες, ατζέντηδες, ατζέντηδες του ατζέντη, επικοινωνιακά τρυκ, παίκτες-φούσκες, τζογαδόροι, στοιχηματατζήδες,  μίντια, όλοι κάνουν “πί-άρ” και επενδύουν ασελγώντας πάνω σε αυτό που θεωρούν κτήμα τους, τσαρδί τους, ελέγχοντας (φυσικά αποτυγχάνοντας πολλές φορές) το ποδόσφαιρο. Όμως, αυτό με τη σειρά του απλά τους αγνοεί. Και αυτό διότι το ποδόσφαιρο είναι αυθύπαρκτο και άτρομο. Την όποια γκλαμουριά την έχει χεσμένη. Ένα ματωμένο γόνατο έχει μεγαλύτερο πρεστίζ από ένα κάμπριο. Έχει παίκτες και θεατές “by default”. Κάθε δρόμος είναι και μία ποδοσφαιρική ιστορία. Και οι θεατές πάντα εκεί. Μια μπάλα, μια αλάνα, δύο γερά πόδια, πολλή όρεξη και “ποιος κάνει σέντρα”; “Έχουμε μπάλα σήμερα”. Γεμίζει το στόμα μόνο που το λες. Είναι Αύγουστος του 2011, λίγες ώρες πριν η ομάδα μου αποκλείστηκε από την καλύτερη Οντένσε από τη Δανία, και στα αυτιά μου επιστρέφει μια ηχώ, αυτή που τα τελευταία χρόνια σκούζει πως αυτός ο Παναθηναϊκός είναι μια ετησίως επαναλαμβανόμενη κακή συγκυρία.  Μία συγκυρία από αυτές που εκτρωματικά δημιουργούν τυχαίοι εξωγαλαξιακοί κομήτες που είχαν φύλλο πορείας για τη θέση του χαλίφη.