Η κοσμολογικη αρχη και το Κρατος αδικου

του Θοδωρή Παρασκευά*

Οι αποφάσεις του Κράτους, συχνά επικρίνονται από τους ίδιους τους υπηκόους του, ότι εξυπηρετούν τις πελατειακές σχέσεις των κομμάτων εξουσίας. Αν αυτό αληθεύει, ας δούμε τι θα μπορούσε ακριβώς να σημαίνει.

Τα δύο “μεγάλα” κόμματα συγκεντρώνουν πάνω από το 80% των ψήφων. Αν η πλειοψηφία αυτών των εκλογέων σκέφτεται και δρα ιδιοτελώς, δηλαδή προς ίδιον όφελος, αυτόματα έχουμε δύο συμπεράσματα φαινομενικά αντικρουόμενα. Το πρώτο είναι ότι η κυβέρνηση, δηλαδή ο κρατικός μηχανισμός, δηλαδή το Κράτος, δεν μπορεί να προωθήσει (ακόμα κι αν το θέλει) τα συμφέροντα του συνόλου, αφού είναι καταδικασμένο να ικανοποιεί τις πελατειακές του σχέσεις που αφορούν μεμονωμένα και συχνά αντικρουόμενα συμφέροντα (άρα όχι του συνόλου) και το δεύτερο ότι το Κράτος επαγωγικά, εφόσον υποκύπτει στις πελατειακές του πιέσεις και απαιτήσεις, λαμβάνει αποφάσεις προς όφελος των ψηφοφόρων του, δηλαδή είναι άκρως δημοκρατικό, κατά μία έννοια. Πως γίνεται όμως το Κράτος να είναι δημοκρατικό, όταν ταυτόχρονα η λαϊκή πλειοψηφία το αφορίζει και το θεωρεί υπεύθυνο για τα δεινά της; Ή αντίστροφα, πως μπορεί η πλειοψηφία των πολιτών να θεωρεί ότι ζει σε ένα κράτος αδίκου, όταν οι κυβερνήσεις υποχωρούν στις λαϊκές αντιδράσεις και δρώντας υπό την απειλή του πολιτικού κόστους ικανοποιούν ένα τουλάχιστον μέρος των προσδοκιών τους; Πόσο υπεύθυνο μπορεί να είναι το Κράτος, όταν εμφανίζεται στη συνείδηση των πολιτών του σαν απρόσωπος και άυλος μηχανισμός, που υποκύπτει στις συχνά άδικες, απαιτήσεις των ανώνυμων υποστηρικτών του; Πόσο ανεύθυνοι είναι οι πολίτες όταν υποστηρίζουν (με την ανώνυμη και μυστική ψήφο τους και την καθημερινή πρακτική και συμπεριφορά τους) έναν ανώνυμο κρατικό μηχανισμό που κατά την κρίση τους, νομιμοποιεί την αδικία;

Με βάση τη θεωρία της λεπίδας του Όκαμ* (Occam), θα πρέπει να δεχθούμε ότι η απάντηση θα πρέπει να είναι τόσο απλή, όσο απλοϊκά είναι και τα παραπάνω ερωτήματα. Για χάρη της “συζήτησης”, ας υποθέσουμε ότι ανήκω σε μία κοινότητα φασιστών. Ο καθένας από τα μέλη της κοινότητάς μας επιθυμεί την επικράτηση και επιβολή των δικών του “ανώτερων” απόψεων, έναντι των υπολοίπων. Επειδή δε, δεν μας αρέσει η συναισθηματική και ιστορική φόρτιση του όρου “φασίστας”, αποφασίζουμε να λεγόμαστε “δημοκράτες” (άλλωστε ο αυτοπροσδιορισμός και το πως θα αυτο-αποκαλούμαστε είναι αυτονόητο δικαίωμά μας) και για να “αποδείξουμε” του λόγου το αληθές, εκλέγουμε με όλες τις τυπικές διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, τους εκπροσώπους μας. Σαν γνήσιοι φασίστες που είμαστε όμως (χάρη του παραδείγματος), ξέρουμε ότι κατά βάθος δεν παραχωρούμε καμία εξουσία και κανένα μας δικαίωμα στον οποιοδήποτε εκπρόσωπο. Κατά συνέπεια, είναι αναφαίρετο δικαίωμά μας (αν όχι και υποχρέωση στο όνομα των αρχών μας) η έμπρακτη κατάργηση της οποιασδήποτε απόφασης θεωρούμε ότι θίγει ή δεν προωθεί το προσωπικό μας συμφέρον, μέσω ανυπακοής, μη συμμόρφωσης ή χρήσης κάθε είδους πίεσης και “μέσου”. Παράλληλα, χρησιμοποιούμε όλους τους δυνατούς “δημοκρατικούς” θεσμούς, όταν το προσωπικό μας συμφέρον είναι νομικά κατοχυρωμένο. Αν προσθέσουμε στην εικόνα, το ότι οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποί μας, που προέρχονται από εμάς και λειτουργούν κάτω από την δική μας πίεση και ανοχή, σκέφτονται και δρουν με τον ίδιο με μας τρόπο, τότε έχουμε μια τέλεια “φασιστική” κοινωνία με “δημοκρατικό” ένδυμα, δηλαδή αυτό που αποτελούσαμε εξ αρχής. Είμαστε μια φασιστική κοινωνία φασιστών που λειτουργεί φασιστικά, αυτοαποκαλούμενη και αυτοπροσδιοριζόμενη σαν “δημοκρατία”.

Αλλά αν δημοκρατία (είτε άμεση είτε έμμεση) είναι η λαϊκή διακυβέρνηση, δηλαδή η θεσμοθετημένη επικράτηση των αντιλήψεων των πολιτών, τότε η φασιστική διακυβέρνηση των φασιστών πολιτών, δεν είναι και πραγματική δημοκρατία; Και αν ο παραπάνω συλλογισμός είναι ορθός, και αν δεχόμαστε ότι η επιβολή των απόψεων ενός ανθρώπου στους άλλους είναι ένα έμφυτο ανθρώπινο χαρακτηριστικό, τότε υπάρχει ποτέ η ελάχιστη έστω, πιθανότητα για μία κοινωνία να στηρίξει και να εφαρμόσει ένα οποιοδήποτε “δημοκρατικό” σύστημα οργάνωσής της, έξω από τη λογική και τις αντιλήψεις της;
Μήπως όλα τα δοκιμασμένα ως τώρα “ιστορικά” μοντέλα κοινωνικής οργάνωσης, καταλήγουν “απολυταρχικά” στην πράξη, γιατί οι πολίτες αυτών των κοινωνιών είναι κατά βάθος απολυταρχικοί και το μόνο στο οποίο συγκλίνουν και συμφωνούν είναι η αναγκαιότητα της επιβολής της όποιας άποψης, έναντι των άλλων; Και μήπως, σαν αδικία ορίζουν την μη επικράτηση/επιβολή της δικής τους άποψης; (δική#μη δική=άδικη, δίκιο=δικό)
Μήπως οι αμοιβαίες υποχωρήσεις που απαιτούνται για την επαναδιαμόρφωση της γνώμης (όχι της “κοινής”, αλλά της προσωπικής), που είναι η βασική αρχή της δημοκρατίας, είναι ανέφικτη ακριβώς γιατί η αμοιβή που δίνεται για την όποια υποχώρηση θα κρίνεται πάντα σαν ελλειμματική και μη συμφέρουσα;
Για το Κράτος, οι φόροι που εισπράττει είναι μικρότεροι των υπηρεσιών που προσφέρει και για τους πολίτες η ανταπόδοση των φόρων που πληρώνουν είναι αμελητέα.
Για τους δημόσιους υπαλλήλους και λειτουργούς η αμοιβή τους υπολείπεται του έργου τους και για το Κράτος και τους φορολογούμενους, είναι η εργασία των δημοσίων υπαλλήλων εκείνη που υστερεί της όποιας αμοιβής τους.
Είναι για όλους μας, εντελώς κοινή η παραδοχή ότι η προσωπική προσφορά του καθένα μας είναι πολύ μεγαλύτερη έναντι όλων των άλλων. Η αδικία γίνεται πάντα εις βάρος μας, ποτέ εις βάρος των άλλων. Ο καθένας από εμάς είναι ο μόνιμα αδικημένος. Είτε είμαστε εργάτες, είτε βιομήχανοι, είτε πρόσκαιρα ευνοημένοι, είτε πρόσκαιρα κερδισμένοι στο οποιοδήποτε χρηματιστήριο των οποιωνδήποτε αξιών.
Πως μπορεί ποτέ μια κοινωνία ανθρώπων που νιώθουν μονίμως αδικημένοι στην κάθε τους συναλλαγή, να είναι δίκαιη;

Σύμφωνα με την κοσμολογική αρχή, το σύμπαν είναι ισότροπο και ομοιογενές, δηλαδή για έναν σχετικά ακίνητο παρατηρητή, παρουσιάζει τα ίδια φυσικά χαρακτηριστικά προς όλες τις κατευθύνσεις και διέπεται από τους ίδιους φυσικούς νόμους σε όλη του την έκταση.
Αν η παραπάνω αρχή είναι αληθής (και μου επιτρέπεται η γενίκευσή της), τότε η κοινωνική συμπεριφορά μας είναι αποκύημα της ίδιας μας της φύσης και η λειτουργία της όποιας δημοκρατίας μας, είναι άλλη μια απόδειξη των φυσικών νόμων του σύμπαντος, πολύ απλά γιατί όπου κι αν βρεθούμε, το υποκείμενο και το αντικείμενο της παρατήρησής μας είναι πάντα το ίδιο, εμείς.
Αν είναι ψευδής, τότε η δική μας εξαίρεση, υπό το ένδυμα του “θαύματος”, είναι αναγκαία και ικανή για να επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Πως θα μπορούσε ποτέ ένα “ανώτερο” σύμπαν, παρατηρούμενο από οποιαδήποτε θέση και προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, να μην είναι “θαυμαστό”; Η όποια “κοσμολογική αρχή”, απ’τη στιγμή που προϋποθέτει ανθρώπινη παρατήρηση και διατύπωση, είναι καταδικασμένη να καταλήγει σε “ανθρωπική αρχή”**, τουλάχιστον ασθενή.
Η άποψη που διαμορφώνουμε για την οργάνωση και το μέλλον της κοινωνίας μας είναι τέτοια, γιατί την αποτελούμε, την οργανώνουμε και την αξιολογούμε εμείς οι ίδιοι ισότροποι και ομοιογενείς άνθρωποι, σε όλη την έκταση του εαυτού και της ζωής μας.

*Θεωρία της λεπίδας του Όκαμ: Αρχή που διατυπώθηκε από τον Φραγκισκανό μοναχό William του Occam, που έζησε τον 14ο αιώνα και εργάστηκε σε θέματα μαθηματικής λογικής. Στην απλούστερη διατύπωσή της εκφράζεται ως εξής: “Κανείς δεν θα πρέπει να προβαίνει σε περισσότερες εικασίες από όσες είναι απαραίτητες”.
**Ανθρωπική αρχή, (ασθενής): Το Σύμπαν είναι όπως είναι γιατί αν ήταν αλλιώς δεν θα υπήρχαμε εμείς να το παρατηρήσουμε.
Ανθρωπική αρχή (ισχυρή): Το Σύμπαν είναι όπως είναι γιατί υπάρχουμε εμείς.