Χαρουμενο κι ευτυχισμενο το νεο… αρθρο 16

του Θοδωρή Παρασκευά*

 

“Γέρε χρόνε φύγε τώρα… ήρθε ο νέος… με τραγούδια και χαρά. Καλή χρονιά…”.
Οι όποιες αλλαγές στη ζωή μας, προσλαμβάνονται ως τέτοιες στη “συνείδησή” μας, όταν πληρούν το εξής χαρακτηριστικό: κάποιος/κάτι φεύγει, κάποιος/κάτι έρχεται. Με αυτό τον ορισμό, οι όποιες ιδιότητες των δύο πλευρών δεν έχουν (για τη “συνείδησή” μας) ιδιαίτερη αξία, το κρίσιμο στοιχείο είναι το πήγαινε-έλα, το φεύγει-έρχεται. Επίσης, προκειμένου να επαληθεύεται το νόημα που αποδίδουμε αυθαίρετα στην μονόδρομη κατεύθυνση του χρόνου, οι ελπίδες μας για μια καλύτερη ζωή προπορεύονται συνεχώς στο μέλλον, καλλιεργώντας μας την ψευδαίσθηση ότι ίσως αυτή τη φορά, η εκπλήρωσή τους εμπεριέχεται σ’αυτό που έρχεται, αφού ως συνήθως, δεν εκπληρώθηκαν σ’αυτό που φεύγει. Οποία απάτη;

Επιπλέον, την ώρα της αλλαγής της σκυτάλης, οι δύο πλευρές συνήθως δεν βρίσκονται πρόσωπο με πρόσωπο, κοιτάζουν και οι δύο στο κενό που απλώνεται μπροστά τους. Αν και η σκυτάλη δεν νιώθει ποτέ βολικά με το άγνωστο μελλούμενο, γι’αυτό και τοποθετεί εκεί τις ελπίδες της, αυτό σε συμβολικό επίπεδο, λειτουργεί θετικά υπέρ της απλά και μόνο επειδή η ίδια είναι επικεντρωμένη μόνο στην κατεύθυνση που θεωρεί δεδομένη. Αν οι δύο πλευρές κοιταχθούν ή (ακόμη χειρότερα) κάτσουν και λίγο να το κουβεντιάσουν δίνοντας και στην ίδια το λόγο, η σκυτάλη σαστίζει υπό το φόβο ότι μπορεί να ανατραπεί η φορά της κίνησής της, εφόσον οι ελπίδες που κυνηγάει δεν μπορεί να βρίσκονται πίσω Βέβαια, μονίμως ξεχνάμε ότι οι ελπίδες είναι μονάχα μιά δική μας εφεύρεση για να νικήσουμε ακριβώς αυτό το φόβο, που δεν είναι τίποτα περισσότερο από προϊόν της βεβαιότητας ότι χτίζουμε πάνω σε στέρεα δεδομένες βάσεις. Αν μπορούσαμε έστω για μια φορά, να επανεξετάσουμε με θάρρος αυτή μας τη βεβαιότητα, ίσως να βρίσκαμε τις ελπίδες περιττές.

Με αυτά στο μυαλό μας, ακροβατούμε βαδίζοντας πάνω σ’ένα τεντωμένο σκοινί από ευχές, πετώντας (επιδέξια ζογκλερικά) το φόβο και την ελπίδα από το ένα μας χέρι στο άλλο. Αλληθωρίζουμε κοιτώντας μονάχα αυτά τα δύο ταυτόχρονα και δεν μπορούμε να δούμε πως το σκοινί εδράζεται στο πάτωμα που είναι το πτώμα μας. Σε κάθε αλλαγή βήματος, ανάβουμε κεράκια τάχαμου για ατμόσφαιρα, ενώ στην ουσία καλύπτουμε με την άλω του τη βρώμα μας. Ανοίγουμε σαμπάνιες και τζογάρουμε μεθυσμένοι από την υπερπροσπάθεια να φαινόμαστε νηφάλιοι. Εντυπωσιακό, δεν είναι;

Ζούμε για την εντύπωση κι ίσως αυτό να είναι το “κρυφό μας καμάρι” που εγώ επιμένω να βαράω σαν “τούμπανο”. Αλλά για πείτε μου, πόση εντύπωση μπορούμε να κάνουμε στον τσαλαπατημένο (από εμάς τους ίδιους και μόνο) εαυτό μας, όταν προσποιούμαστε ότι σκεπτόμαστε ειλικρινά και δρούμε ρεαλιστικά για το καλό μας (προσωπικό και συλλογικό); Συζητώντας για το περιβόητο άρθρο 16 και το Σύνταγμα, πόσοι υπερασπιζόμαστε με τη ζωή μας την συνταγματικά κατοχυρωμένη ισότητα (όχι τη δική μας, αλλά των άλλων), όταν βάζουμε λυτούς και δεμένους για μια θεσούλα στο δημόσιο, ή για ευνοϊκή μετάθεση του στρατευμένου κανακάρη μας; Πόσοι υπερασπιζόμαστε (ή έστω συνυπογράφουμε) το “όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες της”, όταν το εκπαιδευτικό σύστημα (με εμάς -γονείς και μαθητές- ακόμα πιό τυφλούς οπαδούς του) λειτουργεί σαν “κοσκίνισμα” της κοινωνικής και επαγγελματικής κινητικότητας; Πως ερμηνεύουμε και συμβιβάζουμε στη λογική και την πρακτική μας, το “διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες” με την “ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής τους συνείδησης”, που ορίζονται (μαζί με την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή, όλων των Ελλήνων) σαν σκοποί της παιδείας;

“Η τέχνη, και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες, η ανάπτυξη και η προαγωγή τους είναι υποχρέωση του Κράτους. Η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα.” Καταλαβαίνουμε τι υπερασπιζόμαστε; Το Κράτος (ποιό είναι το παλικάρι;) υποχρεούται να αναπτύσσει και να προάγει την έρευνα. Πόσο αναπτύσσει και προάγει το Κράτος την έρευνα για ήπιες μορφές ενέργειας, ή ελεύθερο δωρεάν λογισμικό, όταν όλες του οι υπηρεσίες πληρώνουν αδρά τη microsoft και στα πανεπιστήμια και τα σχολεία του διδάσκονται κυρίως τα λογισμικά της; Όταν για την πρόσληψη στο δημόσιο απαιτείται (με το αζημίωτο φυσικά) πιστοποιητικό γνώσης των προγραμμάτων της εν λόγω εταιρίας, ενώ κάποιος μπορεί να γνωρίζει άψογα το linux ή το open office, έχοντας για δασκάλους του εκατοντάδες εθελοντές στο internet; (και μη μου πείτε ότι αυτός δεν μπορεί να χειρισθεί τα windows). Πόσο ελεύθερη και αυθύπαρκτη είναι από μόνη της η έρευνα, η τέχνη, η επιστήμη, και η διδασκαλία, όταν δεν αναγνωρίζεται, δεν αναπτύσσεται και δεν προάγεται από το Κράτος (για να μην πω ότι υποσκάπτεται), το έργο των ερευνητών, των καλλιτεχνών, των επιστημόνων και των δασκάλων; Και αν δεν παράγεται έργο, γιατί είναι αυτοί υπεύθυνοι και όχι το Κράτος που έχει “συνταγματικά” την υποχρέωση; Η παράγραφος, εάν το Σύνταγμα ήταν υπηρέτης των πολιτών και όχι του Κράτους, θα έπρεπε να λέει: “Οι καλλιτέχνες, οι επιστήμονες, οι ερευνητές και οι δάσκαλοι είναι ελεύθεροι (σαν ιδιότητες, γιατί σαν οντότητες προβλέπεται αλλού) και αποκλειστικοί υπεύθυνοι για την εκπόνηση του έργου τους. Οι εκάστοτε κρατικοί λειτουργοί και διαχειριστές, με ονοματεπώνυμο, υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ελευθερία της εργασίας των προαναφερομένων, να προβάλλουν και να προάγουν τα οφέλη (αλλά και τις αποτυχίες) του έργου τους (όχι του δικού τους, αλλά των καλλιτεχνών, επιστημόνων κλπ) σε όλη την κοινωνία, η οποία μοιράζεται ούτως ή άλλως το κόστος των προσπαθειών τους. Τα τυχόν ιδιαίτερα δικαιώματα των κρατικών λειτουργών και διαχειριστών (που ενδεχομένως προκύπτουν από άλλες διατάξεις) δεν τους απαλλάσσουν, σε καμία περίπτωση, από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα.”

Πόσοι από μας, πιστεύουμε στην αναγκαιότητα, τη χρησιμότητα και την αποτελεσματικότητα του Συντάγματος, σε ποιά λογική του και σε ποιό ακριβώς περιεχόμενό του; Πόσοι (ασφαλισμένοι και ασφαλιστές) ευχόμαστε στους άλλους, στ’αλήθεια “χρόνια πολλά”; Πόσοι ευχόμαστε στ’αλήθεια στους συνανθρώπους -επαγγελματικούς ανταγωνιστές- μας “καλή επιτυχία σε ό,τι κάνεις”; Πόσοι “δημοσιογράφοι” εύχονται στ’αλήθεια “καλές ειδήσεις”; Πόσοι “γιατροί” πίνουν στ’αλήθεια “στην υγειά μας”; Πόσοι…; Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι χρόνια πολλά τώρα, οι ευχές μας δεν πιάνουν, γιατί μας συμβαίνει μονάχα ό,τι ευχόμαστε ενδόμυχα με όλη τη δύναμη της ψυχής μας, δηλαδή τίποτα το ιδιαίτερο, ως συνήθως.

Δεν είναι η εντύπωσή σας. Εγώ δεν εύχομαι τίποτα και για κανένα, που να μην το έχει πραγματικά ανάγκη. Το τι θέλει και τι δεν θέλει ο καθένας, είναι απλώς θέμα προσωπικής πολυτέλειας. Για μένα, οι βασικές μας ανάγκες είναι εξ αρχής καλυμμένες και ως εκ τούτου δεν χρειάζονται καμία “συνταγματική κατοχύρωση”, αποκάλυψη χρειάζονται. Ούτε βεβαίως χρειάζεται να ορίζονται σαν “συνταγματικά” αναθεωρήσιμες. Το ζήτημα για μένα είναι να μπορούμε να αναθεωρούμε τη “λογική” μας, επαναστατικά (με την κυριολεκτική σημασία της λέξης), θαρραλέα και οικειοθελώς.

Ειλικρινά, “καλή χρονιά” σε όσους νομίζουν ότι άλλαξε, αλλάζει ή θα αλλάξει πραγματικά κάτι.

Υ.Γ. Στο Σύνταγμα οι λέξεις “ελευθερία” και “ελεύθερος/η/ο” αναγράφονται πάνω από εκατό φορές. Εγώ αυτό που ξέρω είναι ότι αν είμαι ελεύθερος δεν χρειάζεται να γνωρίζω καν τη λέξη. Η ελευθερία είναι σαν την υγεία, και οι δύο ορίζονται με την απώλειά τους.