Ζωη με προτυπο αλλου… η αλλου…

του Θοδωρή Παρασκευά*

Οιλέξειςείναιλέξεις γιατί υπάρχουν τα κενά τους. Το χαρτί είναι χαρτί γιατί το γύρω του δεν είναι χαρτί. Ο πυρήνας ενός ατόμου είναι πυρήνας γιατί γύρω του γυρνάνε ηλεκτρόνια. Η γη είναι γη γιατί το γύρω της είναι το διάστημα. Το σύμπαν είναι σύμπαν γιατί το γύρω του δεν είναι. Εσείς είστε εσείς γιατί γύρω σας είναι οι άλλοι. Όμως οι λέξεις έχουν νόημα, όταν τα γράμματα που τις σχηματίζουν έχουν μόνο μία συγκεκριμένη σειρά. Αλλάζει η σειρά και αλλάζει και το νόημα, ή εξαφανίζεται εντελώς.
Το κενό όμως δεν είναι εντελώς κενό. Δεν μπορείτε να διαβάσετε λευκά γράμματασε λευκό φόντο, όπως και δεν θα μπορούσατε να διαβάσετε μαύρα γράμματα σε μαύρο φόντο. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν, απλά δεν έχετε τη δυνατότητα να τα δείτε, όμως μπορείτε να υποθέσετε τι θα μπορούσαν να γράφουν. Θα μπορούσαν να μην γράφουν αυτό που θα περιμένατε και σ’αυτή την περίπτωση οι δυνατότητες του τι θα μπορούσαν να γράφουν περιορίζονται μόνο από το πλήθος όλων των δυνατών αναγραμματισμών, αλλά η πιθανότητα να μαντέψατε λάθος είναι όση και η πιθανότητα να μην έχετε αυτό που λέμε “κοινή λογική”. Θα μπορούσε βέβαια το κενό να ήταν και όντως κενό, αλλά εσείς σαν αναγνώστες θέλετε τόσο πολύ να διαβάσετε κάτι τόσο συγκεκριμένο, που ακόμα κι αν δεν είναι γραμμένο το “φτιάχνετε” μόνοι σας. Η πρόταση πρέπει οπωσδήποτε να έχει νόημα και το νόημα αυτό είναι δεδομένο, αλλά από ποιόν; Αν τα γράμματα είναι δική μας επινόηση, γιατί και η νοηματοδότηση η ίδια δεν είναι δική μας επινόηση; Κι αν διαλέξαμε (έστω τυχαία) από ένα πλήθος δυνατών γραφημάτων τα συγκεκριμένα, γιατί να μη διαλέξαμε κι από ένα πλήθος δυνατών “λογικών” (που δίνει στη ζωή μας το νόημά της), τη συγκεκριμένη; Η οποία είναι τόσο “κοινή” όσο και τα γραφήματα που την απεικονίζουν. Τα γράμματα είναι διαφορετικές εκδοχές του τρόπου που κουκκίδες μελανιού μπαίνουν σε μια σειρά. Γιατί και το νόημα που αποδίδουμε στα πράγματα να μην είναι διαφορετικές εκδοχές του τρόπου που φευγαλέες σκέψεις αποκτούν συνοχή; Ποιός χρειάζεται τη συνοχή; Οι σκέψεις; Τα γράμματα; Οι λέξεις; Τα κενά τους; Το χαρτί; Η ίδια η συνοχή; Ποιός χρειάζεται αυτό το κείμενο; Το OpenOffice; Ποιός χρειάζεται το εισιτήριο; Πάντως όχι το τρένο. Ποιός χρειάζεται το σύμπαν; Ποιός χρειάζεται τη χρήση; Ποιός τη μονιμότητα; Ποιός την αλλαγή; Και ποιός χρειάζεται μια αλλαγή σε μια “ιδανική” κατάσταση που θα’ναι μόνιμη;

Η τρέλα είναι το αντίθετο της λογικής ή μιά άλλη μορφή της; Η αντιύλη είναι το αντίθετο της ύλης ή μια άλλη μορφή της; Η αντιβαρύτητα; Η αντίθεση δεν είναι μια άλλη θέση; Το έξω είναι το αντίθετο του μέσα ή μια άλλη εκδοχή του; Πόσες μορφές μπορεί να έχει η πραγματικότητα; Και γιατί διαλέγουμε “αυτή” τη μία; Μήπως εμείς επιλέγουμε απ’όλες τις δυνατές ερωτήσεις μόνο εκείνες που μπορούν να δικαιολογήσουν την υπόστασή τους, μέσω προκαθορισμένων απαντήσεων; Μήπως το άγνωστο είναι μια επινόηση της γνώσης που της εξασφαλίζει το μέλλον της, σαν αέναο ζητούμενο; Το άγνωστο υπάρχει μόνο για όσους “γνωρίζουν”, για όσους έχουν “σταθερά δεδομένα”. Το ανάποδο δεν ισχύει.
Αν ο καθένας μπορεί να διαλέξει μόνο την ερώτηση που ταιριάζει με τις απαντήσεις του ε, τότε κι εγώ μόνο μπορώ να διαλέξω το που θα πάει η ζωή μου, τίποτ’άλλο. Και θα πάει εκεί απ’ όπου ήρθε.

Το δεύτερο πράγμα για το οποίο ο άνθρωπος μοιάζει με τα άλλα ζώα είναι ότι δενέχει συνείδηση της θνητότητάς του. Κι έτσι επινοεί τη ζωή του… με πρότυπο μια ζωή αλλού… ή άλλου… Κι αυτή είναι η πρώτη του ομοιότητα με τα ζώα, ότι δηλαδή δεν έχει συναίσθηση της ομοιότητάς του, ότι όλοι (και όλα) κάνουν ακριβώς το ίδιο – διαφέρουν. Η οποιαδήποτε αναγνώριση της ομοιότητάς του με το Θεό δεν είναι καθόλου συμπτωματική