Αιτιοκρατια και Αλεξανδρος…

του Θοδωρή Παρασκευά*

… με αφορμή τη συζήτηση για τη γνησιότητα της επιστολής του 13χρονου στην “Ε”

Ο ακρογωνιαίος λίθος της λογικής είναι η αιτιοκρατία. Είτε χρησιμοποιούμε τον παραγωγικό (από το όλο στο μέρος) είτε τον επαγωγικό συλλογισμό (από το μέρος στο όλο) και ανεξάρτητα από τις διάφορες μη συμβατές απόψεις για τη φύση της, νομίζω ότι όλοι θα συμφωνούσαμε πως η λογική είναι αυτή που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουμε και αλληλεπιδρούμε με το περιβάλον μας. Ακόμα κι αν υποστηρίζουμε τις μη αιτιολογικές θεωρίες (στατιστική πιθανότητα ή θεότητα), είναι πολύ “λογικό” να αναπτύσσουμε την επιχειρηματολογία μας εντός των αιτιοκρατικών μεθόδων, αφού και η σύλληψη αυτών των θεωριών γίνεται για αιτιολογικούς λόγους. Εδώ ακριβώς είναι που μπαίνει το ζήτημα της σύγχισης της λογικής (σαν τρόπος ερμηνείας και αλληλεπίδρασης) με το τι είναι “λογικό”. Σαν “λογικό” θεωρούμε συνήθως το αυταπόδεικτο, (ή στην καλύτερη περίπτωση) το επιβεβαιώσιμο μέσω της σύγκρισής του με “σταθερές” που κατευθύνουν τη λογική μας. Η λογική όμως, είναι η “τέχνη” που ισορροπούμε το “λογικό” με το “παράλογο”, όπως η γλυπτική παντρεύει τη φόρμα με την αντιφόρμα. Με λίγα λόγια ταυτίζοντας τη λογική με το “λογικό”, πετάμε έξω το “παράλογο”, χωρίς το οποίο όμως δεν υπάρχει λογική, όπως δεν θα υπήρχαν λέξεις σ’ευτό το post ανδενυπήρχαντακενάτους. Επιπλέον, ταυτίζοντας τη φόρμα με το αντικείμενο, αναγκαζόμαστε (υπό την πίεση της “λογικής”), να ταυτίσουμε την αντιφόρμα με το μη-αντικείμενο, δηλαδή αναβαθμίζουμε το “παράλογο” από μέρος της λογικής στο αντίθετό της. Έτσι όμως καταλήγουμε στο ατόπημα ότι υπάρχει τρόπος να μην ερμηνεύουμε και ναμην αλληλεπιδρούμε με το περιβάλλον και αυτός επιτυγχάνεται μέσω του παραλογισμού. Και είναι ατόπημα γιατί αν ισχύει κάτι τέτοιο, αφού το “παράλογο” δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον, πως εμείς (το λογικό περιβάλλον) το αντιλαμβανόμαστε;

Υπό την πίεση λοιπόν αυτού του ατοπήματος και της ανάγκης για λογική (σαν τρόπου ερμηνείας και επικοινωνίας με το περιβάλλον), αναγκαζόμαστε να καταφύγουμε στις σταθερές “αληθινό” και “σωστό” και βέβαια αναγκαστικά και στα αντίθετά τους για να τις προσδιορίζουν. Oι “σταθερές” είναι το αποτέλεσμα εμπειρικής, επιστημονικής και φιλοσοφικής γνώσης, αν και στην πλειονότητά μας στηριζόμαστε δυστυχώς, σχεδόν αποκλειστικά στην πρώτη, υποβαθμίζοντας έτσι την εγκυρότητα και αποτελεσματικότητα της λογικής μας (θυμίζω-σαν τρόπο ερμηνείας και επικοινωνίας με το περιβάλον), αφού η γνώση (και με τις τρείς υποστάσεις της) αποτελεί ταυτόχρονα το προϊόν και τον τροφοδότη της λογικής. Το οντολογικό ερώτημα “υπάρχει ή δεν υπάρχει ο Αλέξανδρος;” (όπως και όλα τα ερωτήματα αυτού του είδους) πηγάζει από, αλλά και αναπαράγει το μορφολογικό ερώτημα “τα λέει καλά ή δεν τα λέει ο (όποιος) Αλέξανδρος;”. Για να προσεγγίσουμε το όποιο θέμα επικαλούμαστε τις “σταθερές” μας. Κι αυτό το post δεν εξαιρείται του κανόνα. Η πρώτη σύγκριση του ερεθίσματος με αυτές τις “σταθερές” μας λέει “σωστό” ή “λάθος” και αυτό που ακολουθεί αυτόματα είναι η κατασκευή των “λογικών” επιχειρημάτων από αυτές τις ίδιες σταθερές, που υποχρεούνται από τη φύση τους να τις επαληθεύουν. Επιχείρημα 1ο: “δεν μπορεί ένας δεκατριάχρονος να γράφει και (πολύ περισσότερο) να σκέφτεται έτσι” – πηγή: εμπειρική γνώση. Επιχείρημα 2ο: “η εξαπάτηση του κοινού για ίδιον όφελος είναι σύνεθες φαινόμενο” – πηγή: εμπειρική γνώση (αφου πολλές φορές έχουμε συλλάβει και τον εαυτό μας να εξαπατά ακόμα κι εμάς τους ίδιους για το προσωπικό μας συμφέρον). Επιχείρημα 3ον: “ακόμα κι αν τα προηγούμενα δύο μπορούν να διαψευστούν, το περιεχόμενο είναι “@*&#^%@”, αφού είναι “λάθος” και μπορώ να επικαλεστώ την εμπειρική γνώση και άλλων ανθρώπων για να το αποδείξω”. Και καταλήγουμε στο συμπέρασμα: “πότε επιτέλους θα τελειώνουμε με αυτά τα ψοφίμια; Βρομίσαμε…”. Μα αυτό ήταν και το περιεχόμενο της επιστολής του (όποιου) Αλέξανδρου – η αρχική μας διαφωνία.

Άρα μάλλον κάτι δεν παέι καλά εδώ. Δεν μπορεί να μας ενόχλησε κάτι με το οποίο συμφωνούμε. Κάτι άλλο μας “τσιγκλάει” και αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από τοποιός κατηγορείται ότι βρωμάει τελικά. Και συνήθως μυγιάζεται όποιος έχει τη μύγα. Εντελώς αιτιοκρατική εικασία ομολογώ…